Ο άνθρωπος δίχως
όνομα μπήκε για ακόμα μια φορά στο τρένο.
Στο ίδιο τρένο με τον ίδιο προορισμό, όπως κάθε φορά.
Πήγε και κάθησε στην ίδια γνωστή θέση δίπλα στο παράθυρο. Του άρεσε να κοιτάζει έξω το τοπίο. Κι ας το έβλεπε συνεχώς.
Το ίδιο μουντό τοπίο. Τα ίδια βουνά, το ίδιο ποτάμι, ίδιοι δρόμοι. Μέχρι και τα σύννεφα ήταν συνεχώς ίδια. Πυκνά και γκρίζα, και κάλυπταν τα πάντα γύρω του.
Έβαλε τ’ ακουστικά του για να ακούσει τον ίδιο δίσκο που άκουγε πάντα.
Δεν τον ενδιέφερε τίποτα γύρω του πλέον.
Απλά καθόταν και ατένιζε απ’ το παράθυρο έξω, με συντοφιά τη μουσική του.
Δεν ήθελε να φτάσει ποτέ στον προορισμό του. Δεν τον ενδιέφερε ποτέ αυτό. Ήξερε πως θα έφτανε όμως. Το γνώριζε. Η σκέψη αυτή τον ενοχλούσε. Τον έκανε να νιώθει αμήχανα και την αποθούσε συνεχώς, στο πίσω μέρος του μυαλού του.
Στο υποσυνείδητό του.
Κι ας μην έκανε τίποτα συγκεκρημένο σε αυτή τη διαδρομή.
Ήθελε αυτή η αοριστία της να κρατήσει για πάντα.
Αν πέρναγε απ’ το χέρι του θα κρατουσε για πάντα.
Αλλά δυστυχώς, έμενε ακίνητος στην άβολη θέση του δίπλα στο παράθυρο, ακούγοντας την μουσική που είχε επιλέξει ο ίδιος, και απλά παρατηρούσε τα σκαμπανεβάσματα των κορυφογραμών, την γαλήνη του ποταμού, και το σκοτεινό γκρι του ουρανού.
Έμενε άπραγος, βλέποντας τα πράγματα γύρω του να αλλάζουν τόσο γρήγορα.
Και ένιωθε όμορφα μ’ αυτό.
Μπορεί να πήγαινε κάπου που δεν ήθελε, με ένα μέσο που υπό άλλες συνθήκες δε θα επέλεγε, σε μια θέση στενή και άβολη, βλέποντας τα ίδια πράγματα...
Όμως τουλάχιστον, η μουσική που είχε επιλέξει, ήξερε πως δε θα τον αφήσει ποτέ.
Θα είναι εκεί.
Μαζί του.
Μέχρι το τέλος της διαδρομής...
Στο ίδιο τρένο με τον ίδιο προορισμό, όπως κάθε φορά.
Πήγε και κάθησε στην ίδια γνωστή θέση δίπλα στο παράθυρο. Του άρεσε να κοιτάζει έξω το τοπίο. Κι ας το έβλεπε συνεχώς.
Το ίδιο μουντό τοπίο. Τα ίδια βουνά, το ίδιο ποτάμι, ίδιοι δρόμοι. Μέχρι και τα σύννεφα ήταν συνεχώς ίδια. Πυκνά και γκρίζα, και κάλυπταν τα πάντα γύρω του.
Έβαλε τ’ ακουστικά του για να ακούσει τον ίδιο δίσκο που άκουγε πάντα.
Δεν τον ενδιέφερε τίποτα γύρω του πλέον.
Απλά καθόταν και ατένιζε απ’ το παράθυρο έξω, με συντοφιά τη μουσική του.
Δεν ήθελε να φτάσει ποτέ στον προορισμό του. Δεν τον ενδιέφερε ποτέ αυτό. Ήξερε πως θα έφτανε όμως. Το γνώριζε. Η σκέψη αυτή τον ενοχλούσε. Τον έκανε να νιώθει αμήχανα και την αποθούσε συνεχώς, στο πίσω μέρος του μυαλού του.
Στο υποσυνείδητό του.
Κι ας μην έκανε τίποτα συγκεκρημένο σε αυτή τη διαδρομή.
Ήθελε αυτή η αοριστία της να κρατήσει για πάντα.
Αν πέρναγε απ’ το χέρι του θα κρατουσε για πάντα.
Αλλά δυστυχώς, έμενε ακίνητος στην άβολη θέση του δίπλα στο παράθυρο, ακούγοντας την μουσική που είχε επιλέξει ο ίδιος, και απλά παρατηρούσε τα σκαμπανεβάσματα των κορυφογραμών, την γαλήνη του ποταμού, και το σκοτεινό γκρι του ουρανού.
Έμενε άπραγος, βλέποντας τα πράγματα γύρω του να αλλάζουν τόσο γρήγορα.
Και ένιωθε όμορφα μ’ αυτό.
Μπορεί να πήγαινε κάπου που δεν ήθελε, με ένα μέσο που υπό άλλες συνθήκες δε θα επέλεγε, σε μια θέση στενή και άβολη, βλέποντας τα ίδια πράγματα...
Όμως τουλάχιστον, η μουσική που είχε επιλέξει, ήξερε πως δε θα τον αφήσει ποτέ.
Θα είναι εκεί.
Μαζί του.
Μέχρι το τέλος της διαδρομής...





